Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΚΡΗΣ: ΡΟΔΟΣ, Η ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Η Ρόδος είναι ένα από τα μεγαλύτερα νησιά του Αιγαίου και το μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό από τα Δωδεκάνησα. Απέχει 11 μίλια από την απέναντι μικρασιατική ακτή. Φοβερές γεωλογικές μεταβολές διέσπασαν την ενιαία μικρασιατική, νησιωτική και βαλκανική ξηρά, καταβυθίσεις κι αναδύσεις εδαφών επαληθεύουν τον Πίνδαρο και μας αποκαλύπτουν τη Ρόδο σαν ένα θαύμα φυσικής καλλονής κι ευφορίας, που σε κάποιες μακρινές κοσμογονικές εποχές, ανέβηκε από τα νερά του Αιγαίου.
   Το νησί έχει 77 χλμ. μήκος και 35 χλμ. πλάτος. Ο πληθυσμός του κατά την απογραφή του 1991 ανέρχεται σε 98.181 κατοίκους.
   Η Ρόδος, ορεινή κατά βάση, έχει ψηλότερη κορυφή τον Αττάβυρο (1215 μ.), προς το μέσο της ΒΔ πλευράς, γνωστό στην αρχαιότητα για τον ναό του Ατταβυρίου Διός που υπήρχε εκεί. Άλλα βουνά του νησιού είναι ο Προφήτης Ηλίας (800 μ.), ο Ακραμίτης (823 μ.) που φαίνεται σαν συνέχεια του Ατταβύρου, η Κούμουλλη, το Πα-ραδείσι, η Φιλέρημος κλπ. 
   Προς τα παράλια υπάρχουν πεδιάδες με τις οποίες συνδέονται γραφικές κοιλάδες, που ανοίγονται ανάμεσα στους ορεινούς όγκους, με νερά και πλούσια βλάστη-ση. Στο εσωτερικό του νησιού μικρά οροπέδια είναι κατάφυτα από ελαιώνες και οπωροφόρα, ενώ οι απαλόγραμμες πλαγιές των λόφων προσφέρονται για ποικίλες καλλιέργειες. 
   Το έδαφος της Ρόδου είναι ιδιαίτερα καρποφόρο. Ήδη από τους αρχαίους χρόνους είναι ονομαστά τα προϊόντα της, τα σιτηρά, το λάδι, το κρασί, τα κηπευτικά τα οπωρικά της. 
   Η Ρόδος έχει πλούσιο θαλάσσιο διαμελισμό. Από τη νότια εσχατιά, όπου βρίσκεται το ακρωτήριο Πρασονήσι, το αρχαίο Μνασώριον, μέχρι την πόλη της Ρόδου, που καταλαμβάνει το βορειότατο άκρο, γραφικοί κόλποι, όρμοι, ακρωτήρια, αμμουδιές και φυσικά λιμάνια συνθέτουν ένα εντυπωσιακό περιδέραιο αιγαιοπελαγίτικων φυσικών εναλλαγών και εντυπώσεων. Δε βρίσκει κανείς εύκολα σ’ άλλους τόπους παραλίες σαν αυτές που συναντάμε στην Ιαλυσό, την Κάμειρο, την Απολακκιά, το Πλημμύρι, τη Λάρδο, τη Λίνδο, τα Βλυχά, το Χαράκι, τον Αρχάγγελο, τ’Αφάντου, τις Καλυθιές κλπ.
   Το κλίμα της Ρόδου είναι από τα πιο εύκρατα στον κόσμο. Και η ατμόσφαιρά της έχει μια μοναδική διαύγεια. Από το υπέργλαυκο χρώμα του ουρανού της εμπνεύστηκε ασφαλώς ο Πίνδαρος τον μύθο για τη χρυσή βροχή που πέφτει και ποτίζει τη Ρόδο. Κι από τον Όμηρο μέχρι σήμερα την ύμνησαν και την υμνούν ποιητές, γεωγράφοι, ταξιδευτές κι ελληνολάτρες όλων των εποχών.
   Η ειδυλλιακή φύση, το υπέροχο κλίμα με την μόνιμη -σχεδόν- ηλιοφάνεια, τα νερά, η βλάστηση, τα θαυμαστά μνημεία περασμένων πολιτισμών, οι λαϊκές παραδόσεις που επιβιώνουν, σε συνδυασμό με τις καλές χερσαίες, θαλάσσιες και εναέριες συγκοινωνίες και την εντυπωσιακή τουριστική υποδομή, έχουν δώσει στη Ρόδο μια μοναδική γοητεία, αυτήν ακριβώς που ζητούν οι παραθεριστές του καιρού μας. Ο τουρισμός, που οι βάσεις του είχαν τεθεί από την εποχή της Ιταλοκρατίας, γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στα μεταπολεμικά χρόνια και η Ρόδος έχει εξελιχθεί σ' ένα από τα σπουδαιότερα τουριστικά κέντρα της Μεσογείου.
   Επιχειρώντας μια σύντομη περιήγηση στο νησί κι αρχίζοντας από την πόλη της Ρόδου, όπου εδρεύουν οι κεντρικές αρχές του νομού Δωδεκανήσου, διαπιστώνουμε ότι είναι άξια της φήμης και της παράδοσής της. Συνδυάζει αρμονικά τις φυσικές καλλονές με θαυμαστά οικοδομήματα και μνημεία, καθώς και την αρχιτεκτονική κληρονομιά από περασμένους καιρούς με τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης πόλης. 
   Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η "Παλιά Πόλη" (Μεσαιωνική Πόλη),που με τη γραφική ρυμοτομική κατασκευή της αποτελεί ένα ζωντανό μουσείο ιστορικών αρχιτεκτονικών μνημείων. Το Μεσαιωνικό τείχος που την περιβάλλει αποτελεί ασφαλώς το εντυπωσιακότερο μνημείο της Ρόδου μέσα στο οποίο δεσπόζουν το Παλάτι των Μεγάλων Μαγίστρων, η οδός Ιπποτών, το Μουσείο, η Παναγιά του Κάστρου, το τζαμί του Σουλεϊμάν, το Ρολόι, η πύλη του Αμπουάζ κλπ.
   Έξω από τα τείχη ενδιαφέρον παρουσιάζει ο λόφος του Αγίου Στεφάνου, το Μόντε Σμίθ, όπως λέγεται σήμερα η αρχαία ακρόπολη όπου βρίσκονται τα ερείπια των αρχαίων ναών του Πολιέως Διός, της Πολιάδος Αθηνάς και του Πυθίου Απόλλωνος, καθώς και το αρχαίο στάδιο. 
   Κτήρια των χρόνων της Τουρκοκρατίας είναι, εκτός από τις εκκλησίες, η Αστική Σχολή, το Καζούλλειο Παρθεναγωγείο, η Αμαράντειος Σχολή, το μητροπολιτικό Μέγαρο, το Ταχυδρομείο κ.ά. 
   Εντυπωσιακά είναι επίσης και πολλά κτήρια των χρόνων της Ιταλοκρατίας, όπως το Νομαρχιακό Μέγαρο, ο ναός του Ευαγγελισμού, το Εθνικό Θέατρο, το Δημαρχείο, το κέντρο "Ακταίον", η Τράπεζα της Ελλάδος, η Νέα Αγορά, το στάδιο "Διαγόρας", η Παιδαγωγική Ακαδημία, το Βενετόκλειο Γυμνάσιο το Ορφανοτροφείο Θηλέων, το Νοσοκομείο, το κέντρο "Έλλη", το ξενοδοχείο "των Ρόδων" κ.ά. 
   Εξαιρετικού κάλλους είναι το πάρκο «Ροδίνι» στην ομώνυμη θέση, με ειδυλλιακή βλάστηση και άφθονα νερά, όπου σύμφωνα με την παράδοση, βρισκόταν η αρχαία ρητορική σχολή που ίδρυσε ο Αισχίνης.
   Από την απελευθέρωση της Ρόδου κι έπειτα, με την εμπορική και τουριστική ανάπτυξη και την εγκατάσταση πληθυσμού από άλλα νησιά, παρατηρήθηκε στην πόλη της Ρόδου ένας κτηριακός οργασμός που δημιούργησε πολυτελέστατα ξενοδοχεία και κατοικίες κι η σημερινή πόλη επεκτάθηκε και ξεπέρασε τα όρια της αρχαίας.
   Στη Δυτική πλευρά του νησιού, στην πεδιάδα όπου βρισκόταν ο αρχαίος οικισμός της Ιαλυσού βρίσκεται η σημερινή ομώνυμη πόλη, με πλούσια ξενοδοχειακή υποδομή. Η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως αρχαία νεκροταφεία και άλλα ευρήματα, ενώ στο βουνό Φιλέρημος, την αρχαία ακρόπολη, σώζονται απομεινάρια από αρχαίους ναούς.
   Στο χωριό Κρεμαστή βρίσκεται η ωραία εκκλησία της Παναγίας, όπου γίνεται ονομαστό πανηγύρι από τις 15 ως τις 23 Αυγούστου και συγκεντρώνεται πολύς κόσμος απ' όλο το νησί. Προχωρώντας προς την ίδια κατεύθυνση κι αφού περνάμε το χωριό Παραδείσι, συναντάμε την κοιλάδα με τις Πεταλούδες, μια κατάφυτη ρεματιά, όπου συγκεντρώνονται άφθονες πεταλούδες κι αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα αξιοθέατα του νησιού. Το ποτάμι που ρέει στην κοιλάδα κατεβαίνει από το βουνό Καλόπετρα, όπου υπάρχει παλιό ονομαστό μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία. Επί-σης γραφικό εξωκλήσι με πανηγύρι στις 30 Ιουλίου είναι ο Άγιος Σουλάς, που ανήκει στο χωριό Σορωνή. 
   Στην περιοχή της αρχαίας Καμείρου η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως πλούσια νεκροταφεία από τους προϊστορικούς χρόνους και σημαντικά μνημεία της κλασικής εποχής, ιερά, κατοικίες, αγάλματα, ανάγλυφα, επιγραφές κλπ. 
   Η Λίνδος βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού απέχει 50 χλμ. Από την πόλη της Ρόδου, κι είναι η μόνη από τις τρεις αρχαίες πόλεις του νησιού που κατοικήθηκε σε όλους τους αιώνες. Η εντυπωσιακή της ακρόπολη με το πλήθος των αρχαίων μνημείων, η βυζαντινή της εκκλησία και τα μεσαιωνικά σπίτια σε συνδυασμό με τις φυσικές της ομορφιές, αναδεικνύουν τη Λίνδο σε ένα εξαίρετο τουριστικό κέντρο.

   Μεσαιωνικά φούρια και άλλα μνημεία είναι διάσπαρτα σε όλη την έκταση του νησιού. Αρχαία ιερά, εντυπωσιακοί χριστιανικοί ναοί, παλιά μοναστήρια και γραφικά ξωκλήσια, σκιαγραφούν την ιστορική και πολιτισμική πορεία του ανθρώπου σ' ετούτο τον τόπο. Η Μονή της Καλόπετρας, της Παναγιάς της Σκιαδενής, της Παναγιάς της Τσαμπίκας, ο Άγιος Σουλάς, η Παναγία της Φιλερήμου και το πλήθος των ξωκλησιών αποτελούν χριστιανικά μνημεία της Ρόδου και παραμένουν ιερά προσκυνήματα μέχρι σήμερα.
   Οι παραλίες προσφέρονται για τις χαρές της θάλασσας και τα γραφικά βουνά και οι λόφοι προσκαλούν τους φυσιολάτρες επισκέπτες. Η τουριστική υποδομή της Ρόδου βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και συνεχώς επεκτείνεται και βελτιώνεται.

Σήμερα η Ρόδος χωρίζεται διοικητικά στους ακόλουθους δήμους:
1. Ρόδου, που περιλαμβάνει τον Δήμο Ροδίων.
2. Αρχαγγέλου (με έδρα τον Αρχάγγελο), που περιλαμβάνει τις πρώην Κοινότητες Αρχαγγέλου, Μαλώνας και Μασσάρων.
3. Ατταβύρου (με έδρα τον Έμπωνα) που περιλαμβάνει τις πρώην Κοινότητες Αγίου Ισιδώρου, Έμπωνα, Κρητηνίας, Μονολίθου και Σιαννών.
4. Αφάντου (με έδρα τα Αφάντου) που περιλαμβάνει τις πρώην Κοινότητες Αφάντου και Αρχίπολης.
5. Ιαλυσού, που περιλαμβάνει την πρώην Κοινότητα Ιαλυσού (Τριάντα).
6. Καλιθέας (με έδρα το Φαληράκι) που περιλαμβάνει τις πρώην Κοινότητες Καλυθιών, Κοσκινού και Ψίνθου.
7. Καμείρου (με έδρα τη Σορωνή), που περιλαμβάνει τις πρώην Κοινότητες Σορωνής, Απολλώνων, Διμυλιάς, Καλαβαρδών, Πλατανιών, Σαλάκου και Φανών.
8. Λινδίων (με έδρα τη Λίνδο), που περιλαμβάνει τις πρώην Κοινότητες Λίνδου, Καλάθου Λαέρμων, Λάρδου, και Πυλώνας.
9. Νότιας Ρόδου (με έδρα το Γεννάδι), που περιλαμβάνει τις πρώην Κοινότητες Γενναδίου, Απολακκιάς, Αρνίθας, Ασκληπιειού, Βατίου, Ιστρίου, Κατταβίας, Λαχανιάς, Μεσαναγρού και Προφίλιας.
10. Πεταλούδων (με έδρα την Κρεμαστή), που περιλαμβάνει τις πρώην Κοινότητες Κρεμαστής, Δαματρίας, Θεολόγου, Μαριτσών, Παραδεισίου και Παστίδας.
     Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Α
Μυθολογία.
   Στον Ζ΄ Ολυμπιόνικο, αφιερωμένο στο Ρόδιο ολυμπιονίκη Διαγόρα,

ο Πίνδαρος διασώζει τον θρύλο για την ανάδυση της Ρόδου από τους βυθούς του Αιγαίου: Είχαν μοιράσει τις στεριές οι θεοί και ξέχασαν να βάλουν κλήρο στον Ήλιο, που έλειπε στο καθημερινό του ταξίδι. Κι ενώ ο Δίας ήταν έτοιμος να κάμει καινούργια διανομή, ο Ήλιος δεν τον άφησε, καθώς έβλεπε ν’ ανεβαίνει από την αφρισμένη θάλασσα μια πανέμορφη εύφορη χώρα κι αυτήν ζήτησε να του δώσουν μερίδιο. Προσκάλεσε τότε ο Δίας τη χρυσόπεπλη Λάχεση για να δώσει τον όρκο, ότι η νέα χώρα θα είναι κλήρος του Ήλιου. 
Το όνομα Ρόδος είναι προελληνικό. Στους αρχαίους συγγραφείς αναφέρεται με διάφορα ονόματα: Οφιούσα, Αστερία, Αιθρία, Τρινακρία, Κορυμβία, Ποήεσσα, Ατταβυρία, Μακαρία, Ολόεσσα, Ποντία, Σταδία και Τελχινίς. Τα ονόματα έχουν σχέση με το σχήμα, τη βλάστηση, το κλίμα του νησιού κλπ. Το όνομα Τελχινίς το πήρε από τους πρώτους μυθολογικούς κατοίκους της, τους Τελχίνες, περισσότερο δαίμονες παρά ανθρώπους, αλλά καλούς τεχνίτες. Την αδελφή των Τελχίνων Αλία ερωτεύτηκε ο Ποσειδώνας κι απ’ αυτήν απέκτησε θυγατέρα τη Ρόδο, που παντρεύτηκε τον Ήλιο κι έδωσε τ’ όνομά της στο ωραίο νησί. Κι έτσι μετά τους Τελχίνες, κατοίκησαν τη Ρόδο οι εφτά Ηλιάδες. Ένας απ’ αυτούς, ο Κέρκαφος, απέκτησε τρεις γιους, τον Κάμειρο, τον Ιάλυσο και τον Λίνδο, που μοίρασαν το νησί στα τρία κι έχτισε ο καθένας πόλη με τ’ όνομά του.
Λίγο πριν τη τρωική εκστρατεία βασιλεύει στη Ρόδο ο Τληπτόλεμος, γιος του Ηρακλή. Με εννιά πλοία, όπως διαβάζουμε στη Β΄ ραψωδία της Ιλιάδας, παίρνει μέρος στη πανελλήνια εκστρατεία της Τροίας.
Όπως όλοι οι αρχαίοι κοσμογονικοί μύθοι, έτσι κι οι αναφορές της αρχαίας μυθολογίας στη Ρόδο ερμηνεύουν κι αφηγούνται με τρόπο ποιητικό την γεωλογία και την προϊστορία.
Αρχαιότητα
   Από τον Όμηρο μαθαίνουμε ότι στη Ρόδο υπήρχαν κατά τους αρχαιότατους χρόνους τρεις ονομαστές πόλεις, η Λίνδος, η Ιαλυσός και η Κάμειρος. Οι πόλεις αυτές, που ακμάζουν ήδη από την υστερομινωική εποχή, συνεχίζουν την ακμή τους στα μυκηναϊκά χρόνια, όπως δείχνουν οι νεκροπόλεις της Καμείρου και της Ιαλυσού, και παίρνουν νέα ζωή με την εγκατάσταση δωρικού πληθυσμού από το Άργος κατά τον ΙΑ΄ αιώνα π.Χ. Ο εκδωρισμός του πληθυσμού (στη γλώσσα, τη θρησκεία, τα έθιμα κλπ.) εισάγει τη Ρόδο στη μεγάλη δωρική οικογένεια κι οι τρεις πόλεις της, μαζί με την Κω, την Κνίδο και την Αλικαρνασσό, αποτελούν την Δωρική Εξάπολη, αμφικτιονία των Δωριέων αποίκων της Μικρασίας με θρησκευτικό κέντρο το ναό του Τριοπίου Απόλλωνος στη χερσόνησο της Κνίδου.
   Αξιοποιώντας την επίκαιρη γεωγραφική θέση του νησιού τους στο σταυροδρόμι των ηπείρων και των πολιτισμών, οι Ρόδιοι επιδίδονται στη ναυτιλία και διαπρέπουν στη ναυσιπλοϊα και το εμπόριο. Τα πλοία τους οργώνουν τις θάλασσες μέχρι τα πέρατα της λεκάνης της Μεσογείου, της Προποντίδας και του Ευξείνου. Κι όπως ο πληθυσμός του νησιού πλουτίζει και πληθαίνει, ακολουθεί το μεγάλο αποικιακό ρεύμα της εποχής. Ιδρύονται μια σειρά από ροδιακές αποικίες, η Γέλα στη Σικελία (688/87 π.Χ.) η οποία στη συνέχεια ιδρύει τον Ακράγαντα (683/82 π.Χ.), η Ρόδη στην Ιβηρία, η Παρθενόπη και οι Ελπίες στην Ιταλία, οι Γυμνησίες στις σημερινές Βαλεαρίδες κ.ά. 
   Στους περσικούς πολέμους η Ρόδος ακολούθησε την τύχη των μικρασιατικών πόλεων που βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των Περσών, και αναγκάστηκε να εκστρατεύσει μαζί με τους Πέρσες εναντίον της Ελλάδας. Μετά την ήττα των Περσών στη Σαλαμίνα (480 π.Χ.) και στις Πλαταιές (479π.Χ.), η Ρόδος απαλλάχθηκε από την φιλομηδική μερίδα και συμμάχησε με τους Αθηναίους. Οι τρεις πόλεις της και οι διάφοροι δήμοι φέρονται να καταβάλλουν στο κοινό ταμείο της Δήλου ετήσιο φόρο για τις ανάγκες του αγώνα κατά των Περσών, όπως φαίνεται από τους φορολογικούς καταλόγους των Αθηναίων.
   Από πολύ νωρίς η Ρόδος έγινε ονομαστή και για τους περίφημους αθλητές της, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει η οικογένεια των Διαγοριδών με τον ο Διαγόρα (για τον οποίον ο Πίνδαρος έγραψε τον Ζ΄ Ολυμπιόνικο), τους τρεις γιους του Δαμάγητο, Ακουσίλαο και Δωριέα και τους εγγονούς του Ευκλέα και Πεισίροδο.
   Όταν άρχισε ο πελοποννησιακός πόλεμος (431 π.Χ.) οι Ρόδιοι βρέθηκαν στο πλευρό των Αθηναίων, παρά τους φυλετικούς δεσμούς που είχαν με τους Σπαρτιάτες. Αλλά η δωρική αριστοκρατία της Ρόδου δεν ήθελε την ηγεμονία των Αθηναίων και ζητούσε ευκαιρία να απαλλαγεί απ’ αυτήν. Οι Ερατίδες, παλιά οικογένεια στην οποίαν ανήκαν και οι Διαγορίδες, πρωτοστάτησαν στον αγώνα κατά των Αθηναίων κι ο Δωριεύς εκδηλώθηκε φανερά με το μέρος της Σπάρτης, με συνέπεια να εξοριστεί. Στα 412 π.Χ. οι φιλολάκωνες ολιγαρχικοί, επωφελήθηκαν από τις δυσμενείς για τους Αθηναίους συνθήκες του πολέμου, κατέλαβαν την εξουσία και τάχθηκαν με το μέρος των Σπαρτιατών, ανακαλώντας από την εξορία τον Δωριέα.
   Κι αφού η ολιγαρχική μερίδα επιβλήθηκε στο νησί, ρίχτηκε η ιδέα να συνενωθούν οι τρεις παλιές πόλεις του νησιού σε μια νέα πόλη. Σε τρία χρόνια από τότε, το έτος 408 π.Χ., η συνένωση έγινε πραγματικότητα και χτίστηκε η μεγαλόπρεπη πόλη της Ρόδου στο ΒΑ άκρο του νησιού. Η αρχαία Ρόδος χτίστηκε με το ιπποδάμειο σύστημα, δηλ. το σύστημα με το οποίο ο Μιλήσιος Ιππόδαμος είχε χτίσει τον Πειραιά και τους Θουρίους.
   Κι από τότε η ιστορία του νησιού ταυτίζεται με την ιστορία της πόλης της Ρόδου. Από τα αρχαιολογικά ευρήματα μαθαίνουμε ότι οι πόλεις της Ιαλυσού και της Καμείρου κατοικούνταν μέχρι τα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου, ενώ η Λίνδος δεν ερημώθηκε ποτέ κι η σημερινή ομώνυμη κώμη είναι η αδιάσπαστη συνέχεια της αρχαίας πόλης. Από τους αρχαίους συγγραφείς μαθαίνουμε ακόμη ότι εκτός από τις κεντρικές πόλεις υπήρχαν κι άλλες μικρότερες κώμες και οικισμοί.
   Η καινούργια πόλη περικλειόταν με τείχος, είχε πέντε λιμάνια, θαυμάσιους δρόμους, άλση, ναούς, δημόσια κτίρια, γυμναστήρια, μνημεία, αγάλματα κλπ. Σύντομα έγινε σπουδαίο εμπορικό κέντρο και μια από τις πλουσιότερες και τις πιο ονομαστές πόλεις του ελληνικού κόσμου. Ξεκίνησε με πνεύμα ολιγαρχικό, αλλά στη συνέχεια, μετά την αποτίναξη της σπαρτιατικής ηγεμονίας, ο «δάμος Ροδίων» ή «σύμπας δάμος» είχε δημοκρατικό πολίτευμα με Βουλή και Εκκλησία και με αιρετούς άρχοντες και ιερείς, που έφεραν τις επωνυμίες «πρυτάνεις» και «μαστροί», ενώ επώνυμος άρχων ήταν ο ιερέας του Ηλίου, που εκλεγόταν κάθε χρόνο με κλήρωση. Τα ψηφίσματα γράφονται στη δωρική γλώσσα κι οι θρησκευτικές γιορτές έχουν δωρική προέλευση και μοιάζουν με τις σπαρτιατικές. Η ανεπτυγμένη ναυτιλία γέννησε την ανάγκη για ναυτικούς νόμους κι έτσι γεννήθηκε ο περίφημος «Νόμος Ροδίων Ναυτικός», κώδικας που τον συμπεριέλαβαν στις κωδικοποιήσεις της νομοθεσίας τους οι Ρωμαίοι και στη συνέχεια οι βυζαντινοί. 
   Το 377 π.Χ. η Ρόδος προσχωρεί στη δεύτερη αθηναϊκή συμμαχία, η οποία όμως δεν άργησε να διαλυθεί κι ακολούθησε ο λεγόμενος «συμμαχικός πόλεμος» ανάμεσα στην Αθήνα από τη μια μεριά και στη Ρόδο, Κω και Χίο, πρώην συμμάχους της, από την άλλη. Με τη σύναψη ειρήνης όλες οι εμπλεκόμενες πόλεις διατήρησαν την ελευθερία τους, όμως η ελευθερία της Ρόδου δεν κράτησε πολύ. Ο Μαύσωλος, δυνάστης της Αλικαρνασσού, μαζί με τους ολιγαρχικούς της Ρόδου κατόρθωσε να επεκτείνει την επιρροή του μέχρι τη Ρόδο καταλύοντας τη δημοκρατία. Η προσπάθεια των Ροδίων να απαλλαγούν από την ολιγαρχική διακυβέρνηση στα χρόνια της Αρτεμισίας, η οποία διαδέχθηκε τον Μαύσωλο, απέτυχε (351 π.Χ.). Τέλος, εκμεταλλευόμενοι τη διαμάχη που ακολούθησε τον θάνατο του Ιδριέα, αδελφού του Μαυσώλου (351-344/43 π. Χ.), οι Ρόδιοι έδιωξαν την καρική φρουρά κι επανέκτησαν την ελευθερία τους. 
   Στα χρόνια της σταδιακής επέκτασης της μακεδονικής επιρροής στον ελληνικό κόσμο οι Ρόδιοι διατηρούν αρχικά ελευθερία κινήσεων, αλλά στη συνέχεια δέχονται από το 334 π.Χ. μακεδονική φρουρά στη Ρόδο, ενώ πολλούς Ροδίους στρατιωτικούς συναντάμε να παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου είτε με το μέρος των Περσών είτε με το μέρος των Μακεδόνων. 
Ελληνιστικοί και ρωμαϊκοί χρόνοι
   Το 321 π.Χ., μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, οι Ρόδιοι έδιωξαν τη φρουρά κι αποτίναξαν τη μακεδονική κυριαρχία.
   Στους πολέμους που ακολούθησαν ανάμεσα στους επιγόνους του Αλεξάνδρου η Ρόδος διατήρησε τις καλές σχέσεις που είχε από παλιά με την Αίγυπτο, βασίλειο τώρα των Πτολεμαίων, κι αυτό προκάλεσε την εκστρατεία εναντίον της του Δημητρίου του Πολιορκητή, γιου του Αντιγόνου, που επεδίωκε να κάμει τη Ρόδο ορμητήριο εναντίον των βασιλέων της Αιγύπτου. Ο Δημήτριος με ισχυρό στρατό και στόλο πολιόρκησε τη Ρόδο το 305 π.Χ. Η πολιορκία κράτησε ένα χρόνο και σ’ αυτό το διάστημα οι Ρόδιοι έδειξαν εξαιρετική ανδρεία. Τέλειωσε με συνθήκη ανάμεσα στους αντιπάλους το 304 π.Χ., σύμφωνα με την οποία η Ρόδος διατηρούσε την αυτονομία της. Με τα χρήματα που πήραν από την εκποίηση των πολιορκητικών μηχανών, που τους άφησε ο Δημήτριος, οι Ρόδιοι έστησαν το περίφημο άγαλμα του θεού Ηλίου, τον Κολοσσό, που φιλοτέχνησε (304-292 π.Χ.) ο Χάρης ο Λίνδιος, μαθητής του Λυσίππου. 
Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ρόδος έφτασε στο απόγειο της δύναμής της. Η καταστροφή της Τύρου και η ίδρυση της Αλεξάνδρειας ευνόησαν την ναυτική και εμπορική ανάπτυξη της Ρόδου και τα νομίσματά της κυκλοφορούσαν στα πέρατα της οικουμένης. Η πολιτική που ακολούθησε η πόλη ήταν αυτή που επιβάλλονταν κάθε φορά από τα οικονομικά και εμπορικά της συμφέροντα. Κατορθώνει τις περισσότερες φορές να μένει ουδέτερη στους συνεχείς πολέμους και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα ελληνιστικά κράτη και γίνεται από όλους σεβαστή. 
   Το έτος 227/26 π.Χ. ένας φοβερός σεισμός προκαλεί τεράστιες καταστροφές στη Ρόδο. Τότε έπεσε και το άγαλμα του Κολοσσού. Η συμφορά που έπληξε την ευημερούσα πόλη συγκίνησε όλες τις πόλεις και τους δυνάστες κι από παντού έφτασε βοήθεια, έτσι που πολύ σύντομα οι Ρόδιοι κατόρθωσαν να ανοικοδομήσουν την πόλη και να της ξαναδώσουν την παλιά της αίγλη. Ξαναγίνεται ισχυρή ναυτική δύναμη και συμμαχώντας με τα γύρω νησιά και αντιμετωπίζουν με επιτυχία τους πειρατές. 
Όταν ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας επιχειρεί να επεκτείνει την κυριαρχία του στο Αιγαίο και στην Μικρά Ασία, οι Ρόδιοι συμμαχούν με τον Άτταλο της Περγάμου και στη συνέχεια με τους Ρωμαίους (200 π.Χ.) για να τον αντιμετωπίσουν. Με τους Ρωμαίους συνέπραξαν οι Ρόδιοι και εναντίον του Αντιόχου Γ΄ της Συρίας (192-189 π.Χ.) και πήραν από τους Ρωμαίους, ως αμοιβή για τις εκδουλεύσεις αυτές, την κυριαρχία στην Καρία και τη Λυκία (Περαία των Ροδίων). Όμως κατά τη διάρκεια του πολέμου ανάμεσα στους Ρωμαίους και στον βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα, γιο του Φιλίππου Ε΄, η επαμφοτερίζουσα στάση των Ροδίων, οφειλόμενη και στη διαμάχη των πολιτικών φατριών, επηρέασε αρνητικά τις σχέσεις με τους Ρωμαίους, που ήδη είχε αναλάβει ρόλο ουσιαστικού ρυθμιστή των πραγμάτων του ελληνικού κόσμου. Οι πόλεις της Λυκίας και Καρίας που είχαν δοθεί στη Ρόδο, ανακτούν την ανεξαρτησία τους με απόφαση της Συγκλήτου (167 π.Χ.). Και η συμφωνία που συνάπτεται με τους Ρωμαίους το 164 π.Χ. υποχρεώνει τη Ρόδο να έχει τους ίδιους φίλους και τους ίδιους εχθρούς με τη Ρώμη. Κι έτσι στον Μιθριδατικό πόλεμο (88 π.Χ.) η Ρόδος στάθηκε πιστή σύμμαχος των Ρωμαίων και αντιστάθηκε με επιτυχία στην πολιορκία της από τον Μιθριδάτη.
   Κατά τον ρωμαϊκό εμφύλιο πόλεμο, που ακολούθησε τον θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα, οι Ρόδιοι τάχθηκαν με το μέρος του Αντωνίου και του Οκταβίου. Οργισμένος ο Κάσσιος κατέλαβε τη Ρόδο το 42 π.Χ. και πήρε πλήθος από λάφυρα, λεηλατώντας ακόμη και τα ιερά των θεών. Στη Ρώμη μεταφέρθηκαν πλήθος από ροδιακά καλλιτεχνήματα. Από την καταστροφή αυτή η Ρόδος δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει, ούτε πολιτικά ούτε οικονομικά. Έμενε πάντα μια υπολογίσιμη δύναμη στην ανατολή, όμως το παλιό μεγαλείο της είχε περάσει. Διατηρούσε μια τυπική ανεξαρτησία και οικονομική ευεξία, στην ουσία όμως ήταν δορυφόρος της Ρώμης.
   Το έτος 155 μ.Χ. μεγάλος σεισμός κατέστρεψε τελείως τις πόλεις της Ρόδου και της Κω. Ο αυτοκράτορας Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-163 μ.Χ.) βοήθησε για την ανοικοδόμηση, όμως το μεγάλο κακό δεν μπόρεσε να επανορθωθεί κι η Ρόδος έφτασε στην παρακμή και τον μαρασμό. Μα πέρα από τις καταστροφικές συνέπειες του σεισμού στη Ρόδο, η παρακμή είναι γενικότερο φαινόμενο σ’ όλες τις άλλοτε ένδοξες πόλεις του ελληνισμού. Βρισκόμαστε στο τέλος του αρχαίου κόσμου.
Στα χρόνια που ακολουθούν η αυτονομία της Ρόδου καταργείται. Ενσωματώνεται στην Επαρχία των Νήσων, της οποίας πρωτεύουσα γίνεται στα χρόνια του Διοκλητιανού (279 μ.Χ.).
Γράμματα και τέχνες στην αρχαία Ρόδο
   Την μακραίωνη οικονομική και πολιτική ακμή της Ρόδου συνοδεύει η άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών. Από τον Ζ΄ προχριστιανικό και μέχρι τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες η Ρόδος αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα πνευματικά κέντρα του ελληνισμού. Έχει ονομαστά σχολεία και σχολές και δαπανά μεγάλα ποσά για τη μόρφωση των νέων. Αναδεικνύει εξαίρετους ποιητές, λογίους, επιστήμονες και καλλιτέχνες, ενώ δεν είναι λίγοι οι ξένοι που έρχονται είτε να σπουδάσουν είτε να διδάξουν και να δημιουργήσουν στη Ρόδο. 
   Από τα τέλη του Ζ΄ αιώνα π.Χ. αναφέρονται οι επικοί ποιητές Πισίνους ή Πεισίνος από τη Λίνδο και Πείσανδρος από την Κάμειρο. Τον ΣΤ΄ αιώνα π.Χ. ακμάζει ο Κλεόβουλος,
τύραννος της Λίνδου, που συναριθμείται στους εφτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Ποιήτρια ήταν και η κόρη του Κλεοβούλου Κλεοβουλίνη. Άλλοι ποιητές είναι ο Τιμοκρέων από την Ιαλυσό, ο Ανθέας ο Λίνδιος, ο Αναξανδρίδης από την Κάμειρο, ο Αντιφάνης, ο Ανταγόρας, ο Σιμίας, ο Δωσιάδας κ.ά. ενώ ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, καταγόμενος από την Ναύκρατι της Αιγύπτου υπήρξε ονομαστός ποιητής, φιλόλογος και ρήτορας του Γ΄ αιώνα π.Χ. και έγραψε το έπος «Αργοναυτικά».
   Σημαντική θέση στα ροδιακά γράμματα κατέχουν οι φιλόλογοι κι οι γραμματικοί, όπως ο Καλλίξενος, ο Τιμαχίδας, ο Αγνοκλής, ο Αριστοκλής κ.ά.
   Από τους ιστορικούς συγγραφείς ξεχωρίζουν ο Εργίας, ο Σωσικράτης, ο Κάστωρ, ο Σωκράτης ο Ρόδιος, ο Ευαγόρας ο Λίνδιος, ο Διονύσιος, ο Διοκλής, ο Ζήνων, ο Σωσικλής κ. ά. 
Κατά τον Δ΄ αιώνα π.Χ. βρέθηκε στη Ρόδο εξόριστος ο ρήτορας Αισχίνης, που ίδρυσε έξω από την πόλη, σε κατάφυτο μέρος, σχολή στην οποία δίδασκε τη ρητορική τέχνη. Η σχολή απέκτησε μεγάλη φήμη συνέχισε τη λειτουργία της και στους μεταχριστιανικούς χρόνους και σπούδαζαν σ’ αυτήν όχι μόνο Έλληνες αλλά και Ρωμαίοι και Ασιάτες. 
   Αλλά και η φιλοσοφία άκμασε στη Ρόδο. Ο Εύδημος ο Ρόδιος, μαθητής του Αριστοτέλη, δίδαξε στη Ρόδο την «περιπατητική φιλοσοφία». Στα ελληνιστικά χρόνια εμφανίζεται ο μεγάλος φιλόσοφος Παναίτιος ο Ρόδιος (185-110 π.Χ.), θεμελιωτής της Μέσης Στοάς, οι μαθητές του Εκάτων ο Ρόδιος και Ποσειδώνιος από την Απάμεια (135-51 π.Χ.), ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος κ.ά. 
Στη Ρόδο καλλιεργήθηκαν και οι θετικές επιστήμες, η αστρονομία, η γεωγραφία, η φυσική, τα μαθηματικά, η ιατρική. Ο Ίππαρχος από τη Νίκαια έζησε πολλά χρόνια στη Ρόδο. Ο Γέμινος, Ρόδιος, στωικός, υπήρξε σπουδαίος μαθηματικός κι ο Τιμοσθένης έγγραψε συγγράμματα για τα φυσικά φαινόμενα και τη γεωγραφία.
   Επιφανείς Ρωμαίοι είχαν έλθει στη Ρόδο για ανώτερη μόρφωση και πνευματική συναναστροφή, κι ανάμεσά τους ο Τιβέριος Γράκχος, ο Σκιπίων Αμιλιανός, ο Κικέρων, ο Ιούλιος Καίσαρ, ο Πομπήιος, ο Λουκρήτιος, ο Βρούτος, ο Κάσσιος, ο Κάτων ο νεότερος κλπ. Αλλά και Έλληνες συγγραφείς της εποχής επισκέπτονται τη Ρόδο και γράφουν γι’ αυτήν με θαυμασμό, όπως ο Στράβων, ο Δίων Χρυσόστομος, ο Λουκιανός, ο Αίλιος Αριστείδης κ. ά. 
   Ανάλογη υπήρξε και η ανάπτυξη των τεχνών. Πλήθος από αγγεία μυκηναϊκά, γεωμετρικά, ανατολίζοντα κλπ. μαρτυρούν την ανάπτυξη της κεραμικής και αγγειοπλαστικής τέχνης από τους αρχαιότατους χρόνους, ενώ κατά τον Ζ΄ αιώνα π.Χ. δημιουργείται ροδιακός ρυθμός αγγείων, που διαδόθηκε και σε άλλους τόπους. 
   Το πλήθος των αγαλμάτων, που όπως μαρτυρούν οι συγγραφείς, κοσμούσαν τη Ρόδο, μαρτυρεί την μεγάλη παράδοση γλυπτικής τέχνης και σώζονται σπουδαία δείγματα υψηλής τέχνης. Το ονομαστότερο από τα αγάλματα ήταν ο χάλκινος Κολοσσός, άγαλμα του θεού Ήλιου, ένα από τα επτά «θαύματα» του αρχαίου κόσμου. Είχε ύψος 31 περίπου μέτρα. Ο Κολοσσός έπεσε με το σεισμό του 227/26 π.Χ. και στα 653 μ.Χ., όταν κατέλαβε τη Ρόδο ο Μωαβίας, πούλησε το άγαλμα για χαλκό. 
   Στα ελληνιστικά χρόνια η γλυπτική τέχνη στη Ρόδο φτάνει στη μέγιστη ακμή της με εξαιρετικά δείγματά της τον Φαρνέσιο Ταύρο και το περίφημο σύμπλεγμα του Λαοκόοντα, που φιλοτέχνησαν οι Ρόδιοι γλύπτες Αγήσανδρος, Αθηνόδωρος και Πολύδωρος.
   Αξιόλογη υπήρξε και η ανάπτυξη της ζωγραφικής, της αγγειογραφίας και της τέχνης των ψηφιδωτών.
Βυζαντινοί χρόνοι
   Ο Χριστιανισμός διαδόθηκε στη Ρόδο κατά τον Α΄ μ.Χ. αιώνα και κατά το δεύτερο μισό του Γ΄ μ.Χ. αιώνα μαρτυρείται οργανωμένη εκκλησία. Την πρώιμη ακμή του χριστιανισμού μαρτυρούν οι πολλές παλαιοχριστιανικές εκκλησίες, ενώ αναφέρονται επίσκοποι της Ρόδου, που πήραν μέρος στις οικουμενικές συνόδους. Με την τελική επικράτηση του Χριστιανισμού και την δίωξη της αρχαίας θρησκείας πολλά αρχαία μνημεία καταστράφηκαν, πολλοί ναοί των θεών μετατράπηκαν σε χριστιανικούς, ενώ πολλά έργα τέχνης μεταφέρθηκαν για να κοσμήσουν την Κωνσταντινούπολη όταν ορίστηκε νέα πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους. Η Ρόδος είναι πια μια επαρχιακή πόλη. Το νησί παίρνει ένα χαρακτήρα γεωργικό και ποιμενικό κι οι ιστορικοί ελάχιστες πληροφορίες μας δίνουν, μια και το ενδιαφέρον τους στρέφεται αποκλειστικά σχεδόν προς το διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας. 
Στα 344/45 μ.Χ. έγινε στη Ρόδο μεγάλος σεισμός κι ακόμα μεγαλύτερος το 515 μ.Χ., που προκάλεσε τεράστιες καταστροφές. 
   Η Ρόδος ανήκει στην Επαρχία των Νήσων (ή Επαρχία των Κυκλάδων) και στη συνέχεια στο ναυτικό θέμα των Καραβησιάνων, που αργότερα ονομάστηκε θέμα των Κιβυραιωτών, παίρνοντας το όνομά του από την πόλη Κίβυρα της Παμφυλίας. 
   Το έτος 469-470 μ.Χ. η Ρόδος λεηλατείται από την ορεινή φυλή των Ισαύρων της Κιλικίας. Το 620 μ.Χ. την καταλαμβάνουν και την λεηλατούν οι Πέρσες του Χοσρόη Β΄. Και λίγο αργότερα αρχίζουν οι αραβικές επιδρομές, που για αιώνες θα αποτελέσουν συνεχή μάστιγα για τους πληθυσμούς του Αιγαίου.
Το 653 μ.Χ. στην μεγάλη επιχείρηση του Μωαβία κατά της Κωνσταντινούπολης, ο ύπαρχός του Αβουλαβάρ καταλαμβάνει τη Ρόδο. Τότε πουλήθηκε κι ο πεσμένος Κολοσσός. Με την ήττα των Αράβων η Ρόδος περιέρχεται ξανά στους Βυζαντινούς, αλλά λεηλατείται και πάλι κατά τη δεύτερη εκστρατεία των Αράβων κατά της Πόλης το 717-18 μ.Χ. Μετά την απομάκρυνση των Σαρακηνών η Ρόδος γνωρίζει καινούργια ακμή.
   Κατά τον Η΄ μ Χ. αιώνα τα νησιά κι οι παράλιες πόλεις μαστίζονται από τις επιδρομές των καραβιών του περίφημου Σελτζούκου Χαλίφη των Αββασιδών Αρούν Αλ Ρασίντ, που λεηλατεί τη Ρόδο το έτος 807 μ.Χ., παίρνοντας αιχμαλώτους και λάφυρα. Η Ρόδος υφίσταται νέες επιδρομές και λεηλασίες στα χρόνια του Μαμούν, διαδόχου του Αρούν. 
   Με την απομάκρυνση των Αράβων από τις ελληνικές θάλασσες τον Η΄ μ.Χ. αιώνα, ανοίγει ο δρόμος για τη διείσδυση των Δυτικών. Η Βενετία, η Γένοβα κι άλλες ιταλικές πόλεις ευνοημένες από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, που ήθελαν τη συμμαχία τους, απέκτησαν σημαντική δύναμη στα πράγματα της Ανατολής. Την ίδια εποχή η πειρατεία ακμάζει στο Αιγαίο και η Ρόδος υποφέρει από πειρατικές επιδρομές Τούρκων ή Δυτικών. Το 1089 ο τούρκος πειρατής Τζαχάς καταλαμβάνει τη Ρόδο κι άλλα νησιά και τα κρατά μέχρι το 1092.
   Πολλά δεινά υποφέρει η Ρόδος στα χρόνια των Σταυροφοριών. Λόγω της θέσης της σε σχέση με την Παλαιστίνη, γίνεται το μήλο της έριδος ανάμεσα στους Βενετούς, τους Πισάτες και τους Γενουάτες, που βρίσκουν κάθε φορά το νησί εύκολη λεία και το λεηλατούν. 
   Το 1204, όταν οι Λατίνοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσαν το βυζαντινό κράτος, ο διοικητής της Ρόδου Λέων Γαβαλάς θέλοντας να προλάβει την κατάληψη του νησιού από τους Βενετούς, ανακηρύσσει τον εαυτό του κληρονομικό ηγεμόνα της Ρόδου (1204-1240) υπό την επικυριαρχία του ελληνικού βασιλείου της Νικαίας. Δεν άργησε, όμως, να αποτινάξει την επικυριαρχία και να συμμαχήσει με τους Βενετούς, γεγονός που έγινε αφορμή να ξεσπάσουν πόλεμοι, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η βίαιη ανάκτηση της Ρόδου από τους αυτοκράτορες της Νικαίας και στη συνέχεια της Κωνσταντινούπολης. Τον Λέοντα Γαβαλά διαδέχθηκε ο αδελφός του Ιωάννης, πιστός στον αυτοκράτορα, στα χρόνια του οποίου οι Γενουάτες κατέλαβαν τη Ρόδο (1248) για σύντομο χρονικό διάστημα. Μετά τον θάνατο του Ι. Γαβαλά το 1250 η Ρόδος περιήλθε οριστικά στον αυτοκράτορα της Νικαίας. 
   Στα 1282 βρίσκουμε αυθέντες της Ρόδου τους γενουάτες εμποροκουρσάρους αδελφούς Ανδρέα και Λουδοβίκο Μορέσκο, που όμως φέρονται ως υπήκοοι του βυζαντινού αυτοκράτορα. Στη διένεξη των Μορέσκο με τους Βενετούς, οι Ιππότες του αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, οι ονομαζόμενοι Νοσοκόμοι, που είχαν διωχθεί από την Παλαιστίνη μετά τις νίκες των Μουσουλμάνων και βρίσκονταν στην Κύπρο των Λουζινιάν, κατόρθωσαν να πάρουν τη Ρόδο το 1309. 
Ιπποτοκρατία
   Οι «Ιππότες της Ρόδου» όπως ονομάστηκαν, κράτησαν τη Ρόδο για δυο αιώνες

και περισσότερο (1309-1522). Κατέλαβαν και τα γύρω νησιά Χάλκη, Σύμη, Τήλο, Κω, Κάλυμνο και Λέρο και στα χρόνια τους η Ρόδος αποτέλεσε προμαχώνα του χριστιανικού κόσμου ενάντια στην τουρκική πλημμυρίδα.
   Ήδη από το 1310, αμέσως μετά την κατάληψη της Ρόδου από τους Ιππότες, ο Οσμάν, πρώτος σουλτάνος του νέου τουρκικού κράτους, πολιόρκησε τη Ρόδο, χωρίς να κατορθώσει να την καταλάβει. Ανεπιτυχή εκστρατεία εναντίον της Ρόδου πραγματοποίησε κι ο πρίγκιπας Ορχάν, γιος και διάδοχος του Οσμάν.
   Οι Ιππότες ήσαν χωρισμένοι σε οκτώ «γλώσσες» (της Γαλλίας, της Προβηγκίας, της Ωβέρνης, της Ιταλίας, της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Αραγωνίας και της Καστίλλης). Κάθε γλώσσα είχε το κατάλυμά της κι οι αρχηγοί των Γλωσσών αποτελούσαν το Συμβούλιο του Μεγάλου Μαγίστρου. 
   Οι Ιππότες κατασκεύασαν πάνω στα ερείπια της παλιάς οχύρωσης ισχυρά τείχη που αγκαλιάζουν ημικυκλικά την πόλη, άνοιξαν έξω απ’ αυτά βαθιά και πλατιά τάφρο και σήκωσαν προμαχώνες, πύργους και επάλξεις. Το φρούριο αυτό και η ανδρεία των Ιπποτών έκαμαν για πολλά χρόνια τη Ρόδο απόρθητη.    Οι Μάγιστροι τηρούσαν ευνοϊκή στάση απέναντι στους ντόπιους ορθοδόξους Έλληνες, για να τους έχουν συμμάχους στον πόλεμο, φρόντισαν όμως να αποκόψουν κάθε δεσμό τους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
   Η κατάληψη της Σμύρνης με τη συμμαχία κι άλλων λατινικών δυνάμεων (1334), η ναυμαχία της Ίμβρου (1347) όπου ηττήθηκε ο τουρκικός στόλος, επιδρομή κατά της Αλεξάνδρειας (1365), επιδρομή στα παράλια της Συρίας και Μικρασίας (1376) κλπ. είναι μερικά μόνο από τα τολμηρά ανδραγαθήματα των Ιπποτών κατά των Τούρκων. Με συνεχείς πολεμικές επιχειρήσεις, επιδρομές σε νησιά και παράλια, εμπρησμούς και πειρατική δράση οι Ιωαννίτες Ιππότες αποτελούν μια συνεχή ρωμαλέα αντίσταση του δυτικού χριστιανικού κόσμου κατά της οθωμανικής επέκτασης. 
   Τα έτη 1440 και 1444 οι Τούρκοι προσπαθούν χωρίς επιτυχία να καταλάβουν τη Ρόδο, ενώ το 1457 λεηλατείται το χωριό Αρχάγγελος και αιχμαλωτίζονται όλοι σχεδόν οι κάτοικοί του. Στα 1480 ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής στέλλει ισχυρό στρατό και στόλο υπό τον Μεσίχ πασά Παλαιολόγο εναντίον της Ρόδου. Παρά τις συνεχείς επιθέσεις και το σφοδρό βομβαρδισμό του φρουρίου οι Τούρκοι πολιορκητές αναγκάζονται να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν άπρακτοι.
   Στα 1481 ισχυρός σεισμός που συνοδεύεται από παλιρροιακό κύμα και καταρρακτώδη βροχή προκαλεί στη Ρόδο μεγάλες καταστροφές. Στα 1498-1500 φοβερή επιδημία πανώλης αποδεκατίζει τον πληθυσμό. Είναι αυτή που μας περιγράφει ο ρόδιος ποιητής Εμμανουήλ Λιμενίτης – Γεωργιλάς στο «Θανατικό της Ρόδου».
   Στα χρόνια που ακολουθούν η ροδιακή ύπαιθρος όλο και συχνότερα δέχεται τις επιδρομές και τις λεηλασίες από τα πληρώματα του τουρκικού στόλου, ενώ οι Ιππότες πραγματοποιούν συχνές πειρατικές επιδρομές στα μουσουλμανικά πλοία και στα ελεγχόμενα από τους μουσουλμάνους νησιά και παράλια σ’ ολόκληρη την έκταση της Ανατολικής Μεσογείου. 
   Το καλοκαίρι του 1522 ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής πραγματοποιεί μεγάλη εκστρατεία κατά της Ρόδου. Οι Ιππότες βοηθούμενοι και από τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό αντιτάσσουν ηρωική αντίσταση, όμως στο τέλος αναγκάζονται να υποκύψουν λόγω της φθοράς των τειχών, της κατάχωσης της τάφρου και της έλλειψης κάθε επικουρίας από τις δυτικές δυνάμεις. Στις 23 Δεκεμβρίου 1521 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης. Οι Ιππότες βγήκαν και έφυγαν με τιμές και μαζί τους έφυγαν 4 -5.000 Ρόδιοι.
Μεσαιωνικός πολιτισμός της Ρόδου
   Την υποτυπώδη αυτοδιοίκηση και κοινοτική οργάνωση που έχει η Ρόδος στα βυζαντινά χρόνια, διατηρεί σε σημαντικό βαθμό και με το φεουδαρχικό σύστημα στα χρόνια των Ιπποτών. Παρά την εγκατάσταση Ευρωπαίων που μιλούν διάφορες γλώσσες, Εβραίων και Τούρκων, ο λαός μιλά την ελληνική γλώσσα και διατηρεί τις ελληνορθόδοξες εκδηλώσεις του. Η Ρόδος στα χρόνια των Ιπποτών γίνεται ένα πολυσύχναστο εμπορικό κέντρο, απ’ όπου περνούν τα εμπορεύματα της Ανατολής προς τη Δύση και αντίστροφα, ενώ στην ύπαιθρο κυριαρχεί σ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα αλλά και της Τουρκοκρατίας η γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή.
   Η πνευματική ζωή της μεσαιωνικής Ρόδου δεν μπορεί ασφαλώς να συγκριθεί με το αρχαίο πνευματικό μεγαλείο της, όμως καθ’ όλη τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων και των χρόνων της Ιπποτοκρατίας δεν έλειψαν οι πνευματικές μορφές. Απ’ αυτούς να αναφέρουμε τον συναξαριστή μοναχό Ιωάννη τον Ρόδιο, που έζησε τον Η΄ μ.Χ. αιώνα, τον λόγιο κληρικό Κωνσταντίνο τον Λίνδιο που έζησε τον Ι΄ αιώνα που έγραψε το ποίημα «Έκφρασις του Ναού των Αγίων Αποστόλων» και διάφορα επιγράμματα και τον Εμμανουήλ Γεωργιλλά ή Λιμενίτη που έζησε στα τέλη του ΙΕ΄ αιώνα στον οποίον αποδίδονται διάφορα ποιήματα και το περίφημο «Θανατικόν της Ρόδου», όπου διεκτραγωδείται η πανώλης του 1498. Εξαίρετο δείγμα της πρώιμης λαϊκής και λαϊκότροπης νεοελληνικής ποίησης είναι τα περίφημα «Ερωτοπαίγνια», έργο άγνωστου ποιητή, που κατά τη γνώμη των ερευνητών της λογοτεχνίας, δεν μπορεί να γράφτηκε αλλού από την ιπποτοκρατούμενη Ρόδο.
   Από την βυζαντινή εποχή σώζονται άφθονες εκκλησίες τόσο στα χωριά όσο και στην πόλη της Ρόδου. Μοναδικό για τον ελληνικό χώρο μνημειακό σύνολο από την εποχή της Φραγκοκρατίας στη Ρόδο είναι η Παλιά Πόλη με τα τείχη, την τάφρο, τις εκκλησίες και τα άλλα ιπποτικά μνημεία. 
Τουρκοκρατία
   Ο μητροπολίτης Ευθύμιος προσπάθησε για την ανακατάληψη της Ρόδου από τους Χριστιανούς, αλλά προδόθηκε και εκτελέστηκε μαζί με πολλούς άλλους. 
   Μόλις οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Ρόδου, μετέβαλαν τους κυριότερους ναούς σε τεμένη και κατοίκησαν μέσα στην πόλη, όπου επέτρεψαν και στους Εβραίους να κατοικούν σε ειδική συνοικία. Οι Έλληνες τεχνίτες ή έμποροι μόνο τη μέρα έμπαιναν στο φρούριο της Παλιάς Πόλης κι έβγαιναν το βράδυ, χωρίς να έχουν δικαίωμα να διανυκτερεύουν. Κι αυτό διατηρήθηκε μέχρι τα πρώτα χρόνια της Ιταλοκρατίας. Ο ελληνικός πληθυσμός απαλλάχτηκε από το παιδομάζωμα και δεν αναφέρονται ομαδικές εξισλαμίσεις πληθυσμών. Κι έτσι ο πληθυσμός της υπαίθρου της Ρόδου διατηρήθηκε ελληνικός σχεδόν στο σύνολό του. 
   Με την τουρκική κατάκτηση η Ρόδος οδηγείται για άλλη μια φορά σε παρακμή.
Σταματά το εμπόριο και η ναυτιλία, οι αγροί είναι κατεστραμμένοι, σχολεία δεν υπάρχουν και μόνο οι παπάδες μάθαιναν τα λιγοστά «κολλυβογράμματα» για να μπορούν να διαβάζουν και να ψάλλουν στην εκκλησία. 
   Η Ρόδος για ορισμένα χρονικά διαστήματα υπήρξε πρωτεύουσα βιλαετιού, συνήθως όμως ήταν «σαντζάκ» υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του καπουδάν πασά. Υπάγεται στο κανονικό διοικητικό σύστημα της οθωμανικής επικράτειας, σε αντίθεση με τα προνομιούχα νησιά «μακτού», και απολαμβάνει τα γενικά προνόμια που είχε παραχωρήσει στους υπόδουλους ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής. Ο μητροπολίτης εκτός από τον κλήρο ελέγχει την παιδεία, την αυτοδιοίκηση και τα δικαστήρια, αποτελώντας έτσι το εθνικό κέντρο των Ελλήνων, ενώ οι κοινότητες αναπτύσσουν σημαντική δράση και κρατούν ενωμένο το λαό. Απαλλαγμένη από την πίεση των Δυτικών η Ρόδος ανήκει και πάλι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. 
   Κατά την επανάσταση του 1821, η ύπαρξη τουρκικών στρατευμάτων, τουρκικού πληθυσμού και φρουρίων εμπόδισαν τη Ρόδο (όπως και την Κω) να επαναστατήσει, όπως τα άλλα νησιά, ενώ το κίνημα που ετοίμαζαν στη Ρόδο ο μητροπολίτης Αγάπιος και άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρίας προδόθηκε και όλοι οι προύχοντες φυλακίστηκαν. Διοικητής της Ρόδου στα χρόνια της Επανάστασης ήταν ο περίφημος Σουκιούρμπεης, που κράτησε σθεναρά τη διοίκηση κι εμπόδισε κάθε επαναστατική κίνηση στη Ρόδο. Παρά ταύτα, βρίσκουμε πολλούς Ροδίους στον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, όπως τον Παναγιώτη το Ρόδιο, διαπρεπή στρατιωτικό και πολιτικό ηγέτη, τον Μιχαήλ Ροδίτη, τον Αναστάσιο Ρόδιο, τον Βασ. Βενετοκλή κ. ά. 
   Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 τα νησιά του Νοτιοανατολικού Αιγαίου, που είχαν υπαχθεί στην πρώτη διοίκηση του Ελληνικού Κράτους των χρόνων του Καποδίστρια, ξαναδόθηκαν στην Τουρκία. 
Η ανακήρυξη του Συντάγματος των Νεοτούρκων (1908) χαιρετίστηκε από τον ελληνικό πληθυσμό της Ρόδου ως ένα βήμα προς την ελευθερία, όμως η υποχρεωτική στράτευση και τα άλλα εξοντωτικά για τις μειονότητες μέτρα, που ακολούθησαν, ταλαιπώρησαν τους Ροδίους κι ανάγκασαν πολλούς να μεταναστεύσουν σε άλλους τόπους, ιδίως στην Αμερική. 
   Στις γενικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του1908 η Ρόδος εξέλεξε Έλληνα βουλευτή για το τουρκικό κοινοβούλιο, τον Θεόδωρο Κωνσταντινίδη. Οι Νεότουρκοι επιδιώκοντας τον εκτουρκισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας και βρίσκοντας ισχυρή αντίδραση από τους χριστιανούς βουλευτές, διέλυσαν τη Βουλή κι ετοιμάζονταν για νέες εκλογές το 1912, που στα Δωδεκάνησα δεν έγιναν επειδή τις πρόλαβε η ιταλική κατάκτηση. 
   Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας η παιδεία είναι υποτυπώδης, σχεδόν ανύπαρκτη, και η πνευματική κίνηση ελάχιστη. Μόνο κατά τα τελευταία χρόνια και με την παράλληλη οικονομική και κοινωνική άνοδο του ελληνικού στοιχείου, φωτισμένοι μητροπολίτες και γενναιόδωροι ευεργέτες δίνουν ισχυρή ώθηση στην παιδεία με την ίδρυση σχολείων σε κάθε χωριό, ενώ από το 1911, που λειτουργεί το Βενετόκλειο Γυμνάσιο, η Ρόδος καταξιώνεται όχι μόνο ως διοικητική αλλά και ως πνευματική πρωτεύουσα της Δωδεκανήσου. Παράλληλα ιδρύονται Σύλλογοι, τυπώνονται βιβλία κι εμφανίζονται οι πρώτοι επιστήμονες και λογοτέχνες. 
Ιταλοκρατία
   Τον Μάιο του 1912 μοίρα του ιταλικού στόλου καταλαμβάνει τη Ρόδο

και τα λοιπά Δωδεκάνησα στα πλαίσια του ιταλοτουρκικού πολέμου για τη Λιβύη. Οι Ιταλοί αρχηγοί της κατοχής σε διαγγέλματα επισημαίνουν ότι η κατοχή είναι προσωρινή και γίνεται μόνο για τις πολεμικές ανάγκες, ενώ στη συνέχεια θα δοθεί η ευκαιρία στους Δωδεκανήσιους να αποφασίσουν για την τύχη τους. Μα όταν οι Δωδεκανήσιοι οργανώνουν το Συνέδριο της Πάτμου (4 Ιουνίου 1912) αντιμετωπίζουν έντονη αντίδραση και διώξεις από τους Ιταλούς και συνειδητοποιούν ότι έχουν να αντιμετωπίσουν ένα νέο κατακτητή. 
   Η κήρυξη του βαλκανικού πολέμου (Οκτώβριος του 1912) αναγκάζει την Τουρκία να κλείσει ειρήνη με την Ιταλία για να μπορεί να αντιμετωπίσει τα συνασπισμένα βαλκανικά κράτη. Η συνθήκη που υπογράφεται στις 18 Οκτωβρίου 1912 στο Ouchy της Λοζάννης προβλέπει επιστροφή των Δωδεκανήσων στη Τουρκία σε αντάλλαγμα της παραχώρησης της Λιβύης στην Ιταλία. Μα η συνθήκη δεν εφαρμόζεται, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε άμεση κατάληψη των νησιών από τον νικηφόρο ελληνικό στόλο και τα Δωδεκάνησα διατελούν υπό την εκκρεμή αυτή κατάσταση μέχρι την κήρυξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου η Ιταλία δικαιολογεί μια δεύτερη πολεμική κατοχή. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, στις 26 Απριλίου 1915 υπογράφτηκε στο Λονδίνο μυστική συνθήκη ανάμεσα στις δυνάμεις της Αντάντ και την Ιταλία να της παραχωρηθούν, μεταξύ άλλων, και τα Δωδεκάνησά ως αντάλλαγμα για την συμμετοχή της στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων.
   Με τη λήξη του Πολέμου ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος απαιτεί τα Δωδεκάνησα επικαλούμενος λόγους εθνικοϊστορικούς. Η άρνηση της Ιταλίας προκαλεί την έντονη αντίδραση του πληθυσμού της Ρόδου που υπό την ηγεσία της Εκκλησίας ξεσηκώνεται το Πάσχα του 1919. Τα επεισόδια εκείνα, από τα οποία υπήρξαν νεκροί και τραυματίες, έμειναν γνωστά στην ιστορία ως το «αιματηρό Πάσχα».
Η απήχηση που είχαν σε διεθνές επίπεδο τα γεγονότα εκείνα αναγκάζουν την Ιταλία να υπογράφει στο Παρίσι στις 29 Ιουλίου 1919 συμφωνία για την απόδοση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, τη γνωστή ως «Συμφωνία Τιτόνι – Βενιζέλου». Ένα χρόνο μετά, στις 22 Ιουλίου 1920, η Ιταλία κατήγγειλε τη συμφωνία, γεγονός που προκάλεσε την έντονη διπλωματική αντίδραση της Ελλάδας και την τελική υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920. Ακολούθησε η μικρασιατική καταστροφή κι η Ιταλία εκμεταλλευόμενη την ελληνική συμφορά κατήγγειλε τη συνθήκη των Σεβρών στις 8 Σεπτεμβρίου 1922. Ακολούθησε η συνθήκη της Λοζάννης στις 24 Ιουλίου 1923, με την οποία η Τουρκία παραχωρούσε στην Ιταλία τα κυριαρχικά της δικαιώματα στα Δωδεκάνησα. Την ίδια εποχή το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι επιβάλλεται στην Ιταλία. 
   Στις 6 Αυγούστου 1924 η Ιταλία προσαρτά επίσημα τα Δωδεκάνησα. Ο πρώτος διοικητής Μάριο Λάγκο εφαρμόζει ένα μεθοδικό πρόγραμμα εξιταλισμού και παράλληλα ένα ευρύ πρόγραμμα δημοσίων έργων, που δίνει στη Ρόδο μια σειρά επιβλητικών κτιρίων, τα οποία προσδιορίζουν τη σημερινή μορφή του κέντρου της πόλης. Η τοπική αυτοδιοίκηση περιέρχεται, μετά από συνεχείς επεμβάσεις, στα χέρια των κατακτητών. ενώ η Εκκλησία και ο λαός της Ρόδου σπαράσσονται για πολλά χρόνια με το ζήτημα του Αυτοκέφαλου. Στον οικονομικό τομέα γίνεται προσπάθεια να περιέλθει ο έλεγχος της οικονομικής ζωής σε ιταλικά συμφέροντα. Την ίδια εποχή οι κινητοποιήσεις των Δωδεκανησίων της διασποράς εντείνονται, ενώ οι πνευματικοί άνθρωποι της Δωδεκανήσου με ιδιαίτερο ζήλο επιδίδονται στην προσπάθεια να αναδειχθεί η ελληνικότητα των νησιών μέσα από την ιστορία, την αρχαιολογία, τη λαογραφία, τη λογοτεχνία κλπ. 
   Τον Μάριο Λάγγο διαδέχεται ο Ντε Βέκκι, ηγετικό στέλεχος του Φασισμού, που προσπαθεί να εξαφανίσει την ελληνική παιδεία, την ελληνική γλώσσα και κάθε ελληνική εκδήλωση. 
   Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940, η γερμανική εισβολή, οι κακουχίες και η πείνα, η ιταλική συνθηκολόγηση το Σεπτέμβριο του 1943, οι πολεμικές επιχειρήσεις στο δωδεκανησιακό χώρο και οι διπλωματικοί αγώνες μέχρι την τελική προσάρτηση της Δωδεκανήσου στο Ελληνικό Κράτος (28 Οκτωβρίου 1947) αποτελούν συναρπαστικές σελίδες της τοπικής ιστορίας, που οι λεπτομέρειές τους ξεφεύγουν από τον στόχο αυτής της συνοπτικής εξιστόρησης.
   Η πανηγυρική τυπική ενσωμάτωση έγινε στη Ρόδο στις 7 Μαρτίου 1948.
Η σύγχρονη Ρόδος
   Απαλλαγμένη από τη ξενική κατοχή και τους πολέμους η Ρόδος κατόρθωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να έχει μια ραγδαία τουριστική ανάπτυξη. Το εύκρατο κλίμα με την μεγάλη ηλιοφάνεια σε συνδυασμό με τις φυσικές ομορφιές του νησιού, τα μνημεία και την υποδομή που δημιουργήθηκε, κάνουν τη Ρόδο να είναι ένα από τα σπουδαιότερα τουριστικά κέντρα της Μεσογείου. 
Αξιόλογη είναι και η γεωργική παραγωγή του νησιού που περιλαμβάνει καλλιέργειες δημητριακών, εσπεριδοειδών, αμπελιών, κηπευτικών κλπ. 
   Η πόλη της Ρόδου αποτελεί την έδρα του ομώνυμου δήμου και του νομού Δωδεκανήσου. Θεωρείται μια από τις ωραιότερες πόλεις της Μεσογείου με τα εντυπωσιακά τείχη και τα μνημεία της. 
Εκτός από την εμπορική και τουριστική ανάπτυξη, εντυπωσιακή άνοδο σημειώνει η παιδεία και η πνευματική κίνηση. Πέρα από τα σχολεία, λειτουργεί για δεκαετίες η Παιδαγωγική Ακαδημία Ρόδου και στη συνέχεια τα Παιδαγωγικά Τμήματα του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, ενώ ιστορικοί, αρχαιολόγοι, ποιητές, λογοτέχνες, επιστήμονες κλπ. δημιουργούν μια αξιοπρόσεκτη πνευματική κίνηση.
Μανώλης Μ. Μακρής



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου